αναξιοπρεπής

-ές
αυτός που δεν έχει αξιοπρέπεια, μικροπρεπής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αν- στερ. + αξιοπρεπής.
ΠΑΡ. νεοελλ. αναξιοπρέπεια. Η λ. μαρτυρείται από το 1893 σε Πρακτικά τής Βουλής].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναξιοπρεπής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, ευτελής, πρόστυχος: Η συμπεριφορά του ήταν εντελώς αναξιοπρεπής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναξιοπρεπής — [анаксиопрэпис]εκ. недостойный, неприличный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αναξιοπρέπεια — η έλλειψη αξιοπρέπειας, μικροπρέπεια, μικρότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναξιοπρεπής. Η λ. μαρτυρείται από τον κληρικό και συγγραφέα Νεόφυτο Δούκα (1760 1845)] …   Dictionary of Greek

  • γλοιώδης — ες (AM γλοιώδης, ες) [γλοιός] κολλώδης νεοελλ. αναξιοπρεπής, κόλακας αρχ. (για νερό) γεμάτος με ελαιώδες κατακάθι …   Dictionary of Greek

  • δυσπρεπής — δυσπρεπής, ές (Α) αναξιοπρεπής …   Dictionary of Greek

  • μασκαρένιος — (I) α, ο [μασκαράς (I)] αυτός που ταιριάζει σε μασκαρά. (II) α, ο [μασκαράς (II)] αναξιοπρεπής, ανήθικος …   Dictionary of Greek

  • μικροπρεπής — ές (ΑΜ μικροπρεπής, Α και μτγν. τ. σμικροπρεπής, ές) αυτός που συμπεριφέρεται με τρόπο που προσιδιάζει σε ασήμαντους ανθρώπους, χαμερπής, ευτελής, αναξιοπρεπής, πρόστυχος αρχ. 1. ανελεύθερος, δουλοπρεπής 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ μικροπρεπές α) το… …   Dictionary of Greek

  • μικρός — ή, ό (ΑΜ μικρός και σμικρός, όν, θηλ. μικρά και σμικρά Α και δωρ. και ιων. τ. μικκός, όν) 1. αυτός που έχει μικρές διαστάσεις, που είναι περιορισμένος ως προς το μήκος, το μέγεθος, τον όγκο ή την επιφάνεια (α. «μικρό χωράφι» β. «Τυδεύς τοι μικρὸς …   Dictionary of Greek

  • ραγιάδικος — η, ο, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον ραγιά 2. αυτός τού οποίου οι τρόποι και η συμπεριφορά έχουν δουλικότητα ή δηλώνουν υποταγή, δουλοπρεπής, αναξιοπρεπής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ραγιάδες, πληθ. τού ραγιάς + κατάλ. ικος (πρβλ. φαγάδ ικος,… …   Dictionary of Greek

  • χυδαίος — α, ο / χυδαῑος, αία, ον, ΝΜΑ, θηλ. και ος Α 1. (για πρόσ.) αυτός που μιλάει ή συμπεριφέρεται χωρίς ευγένεια, με προστυχιά, βάναυσος, αγροίκος (α. «χυδαίος άνθρωπος» β. «πολλά ὁ νόμος τῷ χυδαίῳ συνεχώρησεν», Πορφ. γ. «τῆς τῶν χυδαίων ἀπειρίας»,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.